ἔρχομαι 來、去 I come, go (ερχ/ελευθ-, 634) ἐλεύσομαι, ἦλθον, ἐλήλυθα, -, -, (ἠρχόμην). 例句 約3:20 οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς.
確定! 回上一頁